Archive for the ‘Λογοτεχνία’ Category

Προσευχή

Sunday, November 18th, 2007

Μεγαλοδύναμε Κύριε, τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς. Πάλεψα και δε γίνεται να ξεριζώσω μιαν αγάπη ριζωμένη, όπως δε γίνεται να φυτέψεις με τη βία στην καρδιά έναν έρωτα.
Μεγαλοδύναμε Κύριε, τον αγαπώ και δεν γίνεται να κάνω αλλιώς. Για αυτό δώσε μου τη δύναμη να τον αγαπώ έτσι όπως κανείς δεν με έχει διδάξει:

Να τον αγαπώ χωρίς προσδοκία, χωρίς απαίτηση, χωρίς σύγκριση, χωρίς παζάρι, χωρίς γκρίνια, χωρίς οργή, χωρίς αδημονία.
Να τον αγαπώ και να μην τον κατασκοπεύω, να μην τον εκβιάζω, να μη προσπαθώ να με θαυμάσει, να μη προσπαθώ να με λυπηθεί.
Να αποζητώ το καλό του όσο και το δικό μου καλό, και να μη θυμώνω όταν αυτά τα δύο δε συμπίπτουν.
Να αντέχω να περιμένω, να αντέχω να μη μοιάζει με ίνδαλμά μου, να αντέχω να μου ανατρέπει τα όνειρά μου.
Να δέχομαι να μη με καταλαβαίνει έτσι όπως το εννοώ εγώ. Να δέχομαι να μη τον καταλαβαίνω έτσι όπως το εννοώ εγώ. Να τον χαίρομαι περισσότερο από όσο του παραπονιέμαι, να τον χαίρομαι χωρίς να τον διορθώνω. Να τον θαυμάζω χωρίς να υπολογίζω πως θα τον κακομάθω. Να γίνομαι περισσότερο σπλαχνική παρά δίκαιη. Να μη του φωνάξω ποτέ πως μετάνιωσα.

Μεγαλοδύναμε φώτισέ με με την αγάπη την ελεύθερη, την αγάπη την σταυρωμένη. Να δραπετεύσω από την δυναστεία του έρωτά μου, από την αλαζονεία της γνώμης μου, από την ζητιανιά του κορμιού.
Να κάνω καρτερία στην απόρριψη, υπακοή σε αυτό που δεν καταλαβαίνω. Να λυγίζω στην άγνοια και την αδυναμία μου.
Να τον κερδίσω μονάχα αγαπώντας τον. Απλά και αληθινά. Απλά και ήσυχα. Αφού η αγάπη η καθαρή είναι πάντα, πάντα αμοιβαία.

Μάρω Βαμβουνάκη

Η μοναξιά είναι από χώμα (συνέχεια)

Friday, August 31st, 2007

Η αγάπη δεν είναι κατα περίσταση, η αγάπη είναι άνευ όρων, δεν παζαρεύει δούναι και λαβείν, η αγάπη είναι έξοδος γιατί το εγώ το κάνει εσύ και σε λυτρώνει.

Στην αναμέτρηση ανάμεσα σε σένα και μένα αναμετρήθηκε ο εγωϊσμός μου με το σύμπαν. Αρχίζω να το αναγνωρίζω ύστερα από τόσες μάχες και τόσους τραυματισμούς πως η δόξα του πολέμου είναι η συμφιλίωση κι η δόξα του νικητή η υποταγή. Η ευγενική υποταγή όπως του βράχου που από σθένους περίσσια σκύβει και πλένει με θάλασσα τα πόδια της στεριάς.

Όχι καλή μου αγάπη, εσύ δεν τελειώνεις, το τέλος σου δεν έχει τελειωμό. Τα πράγματα δεν τελειώνουν έτσι εύκολα όπως το λέμε, τα πράγματα μεταλλάσσονται κι εγώ τώρα μεταλλάσσω τον απάνθρωπο έρωτά μου, σε αγάπη φιλάνθρωπη.

Δεν θέλω να μιλώ άλλο για μένα. Οι λέξεις είναι φυλακή, κατακρατούν τα δεύτερα και τους ξεφεύγει το κύριο που πετά πέρα σαν ήχος καμπάνας που σε τίποτα δεν φυλακίζεται. Οι λέξεις ταριχεύουν το ζωντανό και δεν το αφήνουν να περπατήσει.

Σ’ αγαπώ πια τόσο που δεν σ’ εχω ανάγκη. Σ’ αγαπώ τόσο που σε απαλλάσσω από μένα. Σ΄αγαπώ αληθινά και δεν φοβάμαι. Κατόρθωσα πραγματικά να μη σε φοβάμαι!

Ο φόβος σου ήταν πανίσχυρος. Με φόβο γεννηθήκαμε, με φόβο ανατραφήκαμε, τίποτα σχεδόν δικό μας δεν είναι ελεύθερο κι είναι δύσκολο να ξαναγεννηθούμε. Λεγεώνες μέσα μας και λεγεώνες προγόνων πίσω μας φοβούνται. Ελευθερία είναι η νίκη του φόβου και τον φόβο η φιλαυτία μας τον σπέρνει. Από πάνω της περνά η πύλη που βγάζει στη ζωή την αληθινή κι άλλον τρόπο δεν έχουμε. Άλλο τρόπο δεν έχω για να ζήσω: να σ’αγαπώ άφοβα, ελεύθερα.

Αγαπώντας σε να υπάρχω, τι να τα κάνω τα ίχνη…

Να σε αγαπώ άφοβα, ελεύθερα! Αρχίζω να εμπιστεύομαι την ζωή και να μην έχω αγωνία. Ζωή δεν είπαμε πως είναι το άλλο όνομα της αλήθειας;

Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ’ ενοχλούν. Μπορώ πια να σωπάσω.

Μ. Βαμβουνάκη -Η μοναξιά είναι από χώμα

Η μοναξιά είναι από χώμα

Sunday, August 26th, 2007

Έρχεται η ώρα που θα λυτρωθώ από σένα!

Και θα λυτρωθώ από σένα αγαπώντας σε περισσότερο, με της αγάπης το άμετρο μέτρο που είναι η περισσία.

Έρχεται η ώρα που δεν θα σε παίρνω από πίσω σα σκύλος, που δεν θα σε κατασκοπεύω με τη σκέψη, που δε θα σε πολιορκώ με υποθέσεις, που δε θα στήνω αγανακτισμένους διαλόγους στο μυαλό μου μαζί σου τις νύχτες, που δεν θα αγωνιώ για την εντύπωση που σου δίνω.

Θα σ’ αγαπώ τόσο που δεν θα σε απαιτώ δικιά μου. Να είσαι μόνο καλά εσύ χωρίς να ψάχνομαι πόσο καλά είμαι εγώ από το καλά σου. Η καταπληγιασμένη μου φιλαυτία άρχισε να ζαρώνει και να σκύβει κι εγώ αρχίζω να βλέπω εσένα πίσω της και να μπορώ να σε αγαπήσω.

Ούτε και γράμματα έχω ανάγκη να σου γράφω πια. Υπάρχω μόνο και σ’ αγαπώ κι αυτό το “σ’ αγαπώ” που δεν έχει ανάγκη καμία, ούτε καν για ανταπόδωση, θα πλημμυρίσει, θα γεμίσει με τον κυματισμό του τον κόσμο όλο, θα έρχεται και σε σένα κι εσύ θα μπορείς, όποτε θες να τ’ ακούς. Φτάνει να το θές.

Τα γράμματα που σου γράφω τα κόβω εδώ. Με περιορίζουν, με μεθούν, γεμίζω παραισθήσεις κι απ’ την αυτοσυγκίνηση τραβάω λάθος δρόμους. Όλο για τον εαυτό μου καταλήγω να μιλώ και να χαϊδολογιέμαι.

Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω. Ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια.

Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελλώς σε αποδέχομαι. Γλίτωσα από το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω.

Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση. Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι αν είμαι έρχεσαι.

Είμαστε στο παντού και στο πάντα τώρα που σ’ αγάπησα κι η αγάπη μου μας κάνει αδιαίρετους.

Εσύ καλή μου, μου δίδαξες την καταστροφή του να σ’ αγαπώ λίγο. Το λίγο ανοίγει ρωγμές να γλιστρά μέσα ο ακόρεστος εγωϊσμός, να σε απαιτεί, να σε διεκδικεί. η παρενέργεια του εγωϊστικού έρωτα είναι μια: γενική δηλητηρίαση που την αγάπη την αλλοιώνει σε μίσος.

Συνεχίζεται…

Μ. Βαμβουνάκη -Η μοναξιά είναι από χώμα

Η παρουσία της απουσίας (συνέχεια)

Tuesday, August 21st, 2007

Αρχές φθινοπώρου, τελικά, ένα τηλεφώνημα ήταν δικό σου…

Εγώ που όλον αυτό τον καιρό με οδύνη χαρακτήριζα οποιοδήποτε κάλεσμα μονάχα σαν “Δεν είσαι εσύ ακόμα” με παρατηρούσα να σε υποδέχομαι ψυχρά, με απάθεια, σαν τίποτα να μην συμβαίνει.

Καμιά μα καμιά αυτογνωσία μας δεν είναι ικανή να προβλέψει την αντίδρασή μας κάποια δεδομένη ώρα, όταν πράγματι η ώρα αυτή φτάσει. Από τον τόνο της φωνής σου αισθάνθηκα πως ήσουν έτοιμη να γυρίσεις κοντά μου, έτοιμη να ζητήσεις συγνώμες και να δώσεις όρκους. Και τρόμαξα…

Παρέδιδες όλα σου τα όπλα κι έκανες όλη σου την λαμπρή εξουσία πάσα σε μένα. Μου μεταβίβαζες το ξίφος της απόφασης για τη ζωή μας.

Η απουσία σου τερμάτιζε εδώ και η μαγεία της και η αξία της μ’ εγκατέλειπαν απροετοίμαστο. Ότι ποθούσα κι ότι λαχταρούσα μου προσφερόταν στο πιάτο με άπρεπη, άσεμνη ευκολία.

Γυρνούσες πάλι σε μένα. Η τραγωδία μου τέλειωνε πιο κακόγουστα και κοινότυπα κι απ’ το αίσιο τέλος παλιάς ταινίας ελληνικής.

Κι εγώ που τώρα πια κάτι έχω μάθει περισσότερο για τις αλχημίες της παρανοϊκής μου ψυχής, αντέδρασα σαν κακομαθημένο κι εγωιστικό παιδί για να μην χάσω το πανάκριβο δώρο που αξιώθηκα. Για να μην μου λιώσει μέσα στην πλήξη της επιστροφής σου.

Μου είπες: Εντάξει, κέρδισες, θέλω ξανά να γυρίσω κοντά σου.

Τούτη η νίκη μου δεν μ’ ενδιαφέρει πια, τούτη η ήττα σου δεν είναι αυτό που γυρεύω.

Και τώρα, σου είπα όχι εγώ για να διαφυλάξω απ’ την παρουσία σου, το πολύτιμο απόσταγμα της απουσίας σου.

Μ. Βαμβουνάκη - Ιστορίες με καλό τέλος

Η παρουσία της απουσίας

Monday, August 20th, 2007

Μου είπες “όχι άλλο” κι έφυγες.

Ζούσα βαφτισμένος στην απουσία σου. Κι η απουσία σου ήταν η πιο αστραφτερή παρουσία της ζωής μου. Όλα τα κατέλυε κι όλα τα αναγεννούσε απ’ την αρχή, σε χρωματισμούς και φωτοσκιάσεις νέες. Φωτοσκιάσεις νοσταλγίας. Αν κάθε κόσμος χρειάζεται τον ήλιο του για να τριγυρίζει γύρω του και να ρουφά ζωή, αυτό το δικό σου “όχι” έγινε τώρα ο ήλιος του κόσμου μου και γύρω απ’ αυτό γύριζε η ύπαρξή μου συνεχώς.

Σε νοσταλγούσα.

Η νοσταλγία δίνει στην ζωή ουσία και ανάταση. Αθωώνει τις ψυχές κι ευαισθητοποιεί το δέρμα. Σε μαλακώνει, σε κάνει καλό κι ονειροπόλο. Τα πράγματα γύρω σου από απρόσωπα αντικείμενα μεταμορφώνονται σε σύμβολα, οιωνούς και υπαινιγμούς.

Κυκλοφορούσα ανάμεσα σε σύμβολα και υπαινιγμούς, όλα γύρω από σένα κι αυτό μετάγγιζε στη καθημερινότητά μου ποίηση και συγκίνηση. Το ανούσιο σκηνικό της καθημερινότητάς μου μεταποιήθηκε σε ένα μυστηριακό ιερογλυφικό που ξεκίνησα με ζήλο παθιασμένο να αποκρυπτογραφήσω.

Όλα του βίου μου πήραν μια θέση και συγκλείνανε στο μέγα ερωτηματικό της καρδιάς μου: Πότε θα ξανάρθεις;

Νοσταλγώντας σε, γινόμουν άμορφος κι αδικημένος. Η αίγλη του αδικημένου έριχνε στο πρόσωπό μου χλωμό φωτοστέφανο και με ξεχώριζε απ’ όλους τους άλλους γύρω μου που κανείς καημός δεν εξάγνιζε το δικό τους βλέμμα.

Βαφτισμένη στην απουσία σου, πήρε επιτέλους σκοπό η ζωή μου.

Αν είναι αλήθεια ότι αγαπάμε ότι μας λείπει, εγώ από την ώρα που έφυγες σε λάτρεψα. Κι αν οι άνθρωποι γνώριζαν την σημασία που μπορεί να έχει η απουσία τους θα τη χρησιμοποιούσαν καλύτερα στις μεταξύ τους σχέσεις. Αντίθετα, τρομάζουν μήπως απόντες περιπέσουν σε κενό ανυπαρξίας κι αυτό τους κάνει ενοχλητικά φασαριόζους και φλύαρους. Και το κενό της φλυαρίας είναι το χειρότερο.

Η απουσία σου μου γέμιζε την ζωή μου την άδεια. Δεν υπήρχε κενό μέσα μου ή έξω μου που να μην κύλησε η απουσία σου σαν πλημμύρα μπόρας και να το πλημμύρισε. Μήπως κι ο Θεός με την απουσία του δεν εμφανίζεται; Απών σε προκαλεί να τον αναζητάς, να τον οραματίζεσαι και την έκσταση η ερημιά στην φωτιάζει.

Πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι ζωντανός απ΄την απουσία σου, συνειδητοποιημένος απ’ την σιωπή σου. Ονειροπαρμένος, πληγωμένος, προσανατολισμένος στην αναμονή σου. Ήρωας τραγωδίας μικρής.

Για πρώτη φορά ήξερα με σιγουριά τι θέλω: Να επιστρέψεις!

Συνεχίζεται…

Μ. Βαμβουνάκη - Ιστορίες με καλό τέλος

Ο αντίπαλος εραστής

Wednesday, August 8th, 2007

Μένει ξάγρυπνη όλη νύχτα, πιεσμένη από μια μοναξιά ασφυκτική. Τη μοναξιά του ανθρώπου που ο άλλος δίπλα του μόνο περίγραμμα παρουσίας του προσφέρει, περίγραμμα παρουσίας με περιεχόμενο απουσίας. Τα μάτια της γίνονται βελόνες στο σκοτάδι, το τρυπούν χωρίς να το φωτίζουν πουθενά. Οι τρύπες στο σκοτάδι, πάλι σε σκοτάδι βγάζουν.

Νιώθει να τον μισεί που την αφήνει έτσι. Πάλι σε φυλακή μοναξιάς την αφήνει, πιο μόνη κι απ’ οταν ήταν μακριά του την αφήνει γιατί εδώ, κοντά του, δεν έχει να ελπίζει πως θα έρθει. Ήρθε και λείπει, η πνοή του είναι πνοή ύπνου, το σώμα του κενό, ολόκληρη μεταμορφώθηκε σε μια επίκληση χωρίς ανταπόκριση. Επιστρέφει πάνω της η επίκλησή της, πέφτει στο κορμί της σα κτήνος και τη βιάζει.

Η αγάπη είναι και παγωμένη. Κρύα σα νερό στη σάρκα το χειμώνα, κρύα σα δρόμος αδιέξοδος. Τον μισεί που την απογοητεύει. Μόλις πάει να γοητευτεί την απογοητεύει, αθελά του, ανυποψίαστα, χαζά κι αυτό χειροτερεύει τα πράγματα, τα απελπίζει.

Τον μισεί που τον έχει ανάγκη, που τον περιμένει, που σπάνια έρχεται. Τον μισεί που τη βγάζει μεσοπέλαγα και την εγκαταλείπει. Στέκει μόνη και κρυώνει ανάμεσα σε φωτιές, αισθάνεται μια αηδία πολέμου.

Ο εραστής είναι ο αντίπαλος. Οι επιχειρήσεις του έρωτα συνεχώς αποδεικνύονται αποτυχημένες. Ο άλλος δεν κατακτιέται τελικά, γιατί ο άλλος δε γνωρίζεται. Ο εραστής είναι ένας ξένος που κρύβεται, ένας κατάσκοπος που μεταμφιέζεται, ένας εχθρός που ψηλώνει σε σκιές σούρουπου.

Παίζουν τυφλόμυγα, ψάχνει ο ένας τον άλλο με δεμένα μάτια, μ’ απλωμένα χέρια, χάνονται στο λαβύρινθο. Κι ο λαβύρινθος του έρωτα είναι ο χειρότερος, είναι απλωμένος πάνω στην έρημο, χωρίς καν βοηθητικούς τοίχους.

Μ. Βαμβουνάκη - Ο αντίπαλος εραστής

Ο μικρός πρίγκηπας

Tuesday, August 7th, 2007


Η Αλεπού κοίταξε το Μικρό Πρίγκηπα, για πολύ ώρα.

-Σε παρακαλώ εξημέρωσέ με! είπε.

-Το θέλω, απάντησε ο μικρός πρίγκιπας, αλλά δεν έχω πολύ χρόνο. Έχω να ανακαλύψω φίλους και πολλά πράγματα να γνωρίσω.

-Γνωρίζουμε μονάχα τα πράγματα που εξημερώνουμε, είπε η αλεπού. Οι άνθρωποι δεν έχουν πια καιρό να γνωρίζουν τίποτα. Τ’ αγοράζουν όλα έτοιμα απ’ τους εμπόρους. Επειδή όμως δεν υπάρχουν έμποροι που να πουλάν φίλους, οι άνθρωποι δεν έχουν πια φίλους. Αν θέλεις ένα φίλο, εξημέρωσέ με.

-Τι πρέπει να κάνω; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.

-Χρειάζεται μεγάλη υπομονή, απάντησε η αλεπού. Στην αρχή θα καθίσεις κάπως μακριά μου, έτσι, στο χορτάρι. Θα σε κοιτάζω με την άκρη του ματιού κι εσύ δε θα λες τίποτα. Ο λόγος είναι πηγή παρεξηγήσεων. Κάθε μέρα, όμως, θα μπορείς να κάθεσαι όλο και πιο κοντά…

Την επόμενη μέρα ο μικρός πρίγκιπας ξαναήρθε.

-Θα ήταν καλύτερα αν ερχόσουν την ίδια πάντα ώρα, είπε η αλεπού. Αν έρχεσαι, για παράδειγμα, στις τέσσερις τ’ απόγευμα από τις τρεις θ’ αρχίζω να είμαι ευτυχισμένη. Όσο περνάει η ώρα τόσο πιο ευτυχισμένη θα νιώθω. Στις τέσσερις πια θα κάθομαι σε αναμμένα κάρβουνα και θ’ ανησυχώ. Θ’ ανακαλύψω την αξία της ευτυχίας. Αν έρχεσαι όμως όποτε λάχει, δε θα ξέρω ποτέ τι ώρα να φορέσω στην καρδιά μου τα γιορτινά της…Χρειάζεται κάποια τελετή.

-Τι πάει να πει τελετή; Είπε ο μικρός πρίγκιπας.

-Είναι κι αυτό κάτι που έχει ξεχαστεί από καιρό, είπε η αλεπού. Είναι αυτό που κάνει μια μέρα να μη μοιάζει με τις άλλες, μια ώρα με τις άλλες ώρες. Υπάρχει, για παράδειγμα, μια τελετή στους κυνηγούς. Χορεύουν την Πέμπτη με τα κορίτσια του χωριού. Η Πέμπτη λοιπόν είναι υπέροχη μέρα. Πάω και κάνω βόλτα ίσαμε τ’ αμπέλι. Αν οι κυνηγοί χόρευαν οποτεδήποτε, οι μέρες θα έμοιαζαν σαν όλες, κι εγώ δε θα είχα ποτέ διακοπές.

Έτσι ο μικρός πρίγκιπας εξημέρωσε την αλεπού. Κι όταν πλησίασε η ώρα του αποχωρισμού:

-Αχ, είπε η αλεπού… Θα κλάψω.
-Εσύ φταις, είπε ο μικρός πρίγκιπας, εγώ δεν ήθελα το κακό σου, εσύ θέλησες να σε εξημερώσω…
-Σωστά, είπε η αλεπού.
-Όμως θα κλάψεις, είπε ο μικρός πρίγκιπας.
-Σωστά, είπε η αλεπού.
-Τι κέρδισες λοιπόν;
-Κέρδισα, είπε η αλεπού, το χρώμα του σταριού.

Έπειτα πρόσθεσε.

-Πήγαινε να ξαναδείς τα τριαντάφυλλα. Θα καταλάβεις πως το δικό σου είναι μοναδικό στον κόσμο. Θα ξανάρθεις να με αποχαιρετήσεις και θα σου χαρίσω ένα μυστικό.
Ο μικρός πρίγκιπας πήγε να ξαναδεί τα τριαντάφυλλα.

-Δε μοιάζετε καθόλου με το δικό μου τριαντάφυλλο, δεν είσαστε τίποτα ακόμα, τους είπε. Κανείς δε σας έχει εξημερώσει και δεν έχετε εξημερώσει κανέναν. Είσαστε όπως ήταν η αλεπού μου. Μια αλεπού ίδια μ’ άλλες εκατό χιλιάδες. Γίναμε όμως φίλοι και τώρα είναι μοναδική στον κόσμο.

Και τα τριαντάφυλλα στέκονταν θιγμένα.

-Είσαστε όμορφα, όμως είσαστε άδεια, τους είπε ακόμα. Δεν πεθαίνει κανείς για σας. Βέβαια, το δικό μου τριαντάφυλλο ένας απλός περαστικός θα έλεγε πως σας μοιάζει. Όμως εκείνο μόνο του έχει περισσότερη σημασία απ’ όλα εσάς, αφού εκείνο είναι που πότισα. Αφού εκείνο έβαλα κάτω απ’ τη γυάλα. Αφού εκείνο προστάτεψα με το παραβάν. Αφού σ’ εκείνο σκότωσα τις κάμπιες (εκτός από δύο τρεις για να γίνουν πεταλούδες). Αφού εκείνο άκουσα να παραπονιέται ή να κομπάζει ή κάποιες φορές ακόμα να σωπαίνει. Αφού είναι το τριαντάφυλλό μου.

Και ξαναγύρισε στην αλεπού:

-Αντίο, είπε…

-Αντίο, είπε η αλεπού. Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: μόνο με την καρδιά βλέπεις καλά. Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν.

-Την ουσία τα μάτια δεν τη βλέπουν, επανέλαβε ο μικρός πρίγκιπας για να το θυμάται.

-Είναι ο χρόνος που ξόδεψες για το τριαντάφυλλό σου που το κάνει τόσο σημαντικό.

-Είναι ο χρόνος που ξόδεψα για το τριαντάφυλλό μου…είπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται.

-Οι άνθρωποι ξέχασαν αυτή την αλήθεια, είπε η αλεπού.

-Μα εσύ δεν πρέπει να την ξεχάσεις. Γίνεσαι για πάντα υπεύθυνος για ό,τι έχεις εξημερώσει. Είσαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό σου…

-Είμαι υπεύθυνος για το τριαντάφυλλό μου… Ξανάπε ο μικρός πρίγκιπας, για να το θυμάται…

Antoine de Saint Exupéry

published in 1943

Αφιερωμένο σε αυτούς που έχουν κλειδωθεί στον δικό τους πλανήτη και αδιαφορούν για εκείνα που εξημέρωσαν…

Ο ερωτευμένος

Tuesday, August 7th, 2007

Ήταν μια φορά ο Ερνέστος, το μικρό αγόρι που του άρεσε πολύ να είναι φίλος (και το πειραχτήρι) των κοριτσιών….

…και ιδίως της Σαλώμης.

Και ήταν και η Σαλώμη, το μικρό κορίτσι που μαρτύρησε στη μαμά του όλα όσα της είχε κάνει ο Ερνέστος. Όλα: που της τραβούσε τα μαλλιά,της άρπαζε την κουκούλα, της έβγαζε τα γυαλιά επίτηδες…

Τότε η μαμά είπε ότι ο Ερνέστος το δίχως άλλο ήθελε να παίξει με τη Σαλώμη, αλλά δεν ήξερε πώς να της το ζητήσει. Και η μαμά είπε επίσης ότι, χωρίς αμφιβολία, ο Ερνέστος ήταν ερωτευμένος με τη Σαλώμη…

 

Στο σχολείο, η Παυλίνα ρώτησε:

“Ερωτευμένος με τη Σαλώμη! Τι είναι ερωτευμένος;”.

Oύτε η Σαλώμη ήξερε τι είναι αυτός ο ρωτευμένος…

Ο Άβελ, πάλι, ήξερε ότι πέφτεις.

Πέφτεις ξερός από έρωτα.

Η Σαλώμη έπεφτε συχνά από το ποδήλατο και ξεραινόταν από τον πόνο,

από έρωτα όμως, ποτέ!

 

“Οι ερωτευμένοι υπάρχουν μόνο στα παραμύθια!” είπε ο Στέφανος.

“Α,ναι!”

“Για πρίγκιπες και πριγκιποπούλες;”

“Με ωραία φορέματα;”

“Σπαθιά;”

“Βασιλιάδες, βασιλοπούλες;”

“Kαι δράκους;”

“Tότε οι ερωτευμένοι υπάρχουν μόνο στα ψέματα;” ρώτησε η Σαλώμη.

 

Η Ιουστίνη πίστευε ότι είμαστε ερωτευμένοι επειδή είμαστε λυπημένοι…

ή όταν είμαστε ντροπαλοί…

ή μάλλον αν είμαστε κόκκινοι σαν παντζάρια.

“Όταν είμαστε υπνωτισμένοι!”

Τελικά η Σαλώμη κατάλαβε ότι όταν είμαστε ερωτευμένοι είμαστε τρελούτσικοι!

 

Η μικρή Νίνα είχε ακούσει να μιλούν για έρωτα κεραυνοβόλο…

“Ερωτευμένος είναι φωτιά!”

“Καίει;”

“Σαν αστραπή!”

“Είναι καταιγίδα”.

“Βρέχει,λοιπόν;”

Και η Σαλώμη σκέφτηκε ότι είναι καλύτερα να έχεις ομπρέλα για να είσαι ερωτευμένος!

 

Αλλά ο Αριστείδης είπε ότι ερωτευμένος είναι κάτι στην καρδιά.

“Θέλεις να πεις ότι έχεις ταχυπαλμίες;”

“Kαι πυρετό επίσης;”

“Eίσαι χάλια;”

“Είμαστε άρρωστοι;”

“Αχ,πόσο κουραστικό είναι να είσαι ερωτευμένος!” αναστέναξε η Σαλώμη.

 

“Πρέπει να είμαστε δύο για να είμαστε ερωτευμένοι!”

είπε με σιγουριά ο Άγγελος.

“Μόνοι μας γίνεται;”

“Ή τρείς;”

“Ή τέσσερις;”

“Χα χα! Όλοι ερωτευμένοι!”

“Λοιπόν, θα ήταν καλύτερα να είμαστε πόσοι τελικά;” αναρωτήθηκε η Σαλώμη.

 

Η Ζέλια η ψηλή ήξερε ότι ερωτευμένος είναι για να παντρευτείς υποχρεωτικά!

“Είναι για τους κυρίους!”

“Και για τις κυρίες!”

“Για τους γονείς!”

“Όχι για τους μικρούς”

“Τότε πρέπει να είσαι μεγάλος για να είσαι ερωτευμένος!” πρόσθεσε η Σαλώμη.

 

“Πφφφ! Ερωτευμένος, δε σου συμβαίνει ποτέ” αναστέναξε ο Μάριος.

“Φυσικά και συμβαίνει. Πάντα!”

“Και για πάντα!”

“Ή για πέντε λεπτά;”

“Για μια ζωή!”

“Ωωωω…σαν πολύ δεν είναι;” Ξεφύσηξε η Σαλώμη.

 

“Ερωτευμένος, είναι πολύ σημαντικό!” ανακοίνωσε ο Θωμάς (ο μεγάλος).

“Είναι για τη δασκάλα”.

“Για την καλύτερή σου φίλη!”

“Μόνο για τα κορίτσια λοιπόν;”

“Όχι βέβαια!”

“Όχι! Είναι μόνο για τα αγόρια!” φώναξε η Σαλώμη.

 

Η Αιμιλία γέλασε γιατί πρέπει να φιλιόμαστε όταν είμαστε ερωτευμένοι!

“Να πιανόμαστε χέρι χέρι!”

“Ερωτευμένοι είναι για να κάνεις μωρά!”

“Χι χι χι!”

“Δεν θα έπρεπε να είσαι τσιτσίδι, μήπως, για να κάνεις τον ερωτευμένο;” Αναρωτήθηκε η Σαλώμη.

 

“Ερωτευμένος είναι σαν όνειρο!” είπε ο Θωμάς (ο μικρός)

“Πετάμε στον ουρανό!”

“Με λουλούδια…”

“Αιωρούμαστε! Βζινννννν!”

Και η Σαλώμη συμπέρανε ότι είσαι άγγελος όταν είσαι ερωτευμένος.

 

Αλλά όταν ο Ερνέστος (ο ερωτευμένος) γύρισε για να σπρώξει τη Σαλώμη πολύ δυνατά ακόμα μια φορά, όταν κλότσησε την τσάντα της και ποδοπάτησε το παλτό της επίτηδες…

…κανείς πια δεν είπε τίποτα!

Και η Σαλώμη σκέφτηκε ότι δεν ήξεραν τίποτα για τους ερωτευμένους, όλοι αυτοί!

Ρεμπέκα Ντότρεμερ

Αφιερωμένο σε όλους τους Ερνέστους που ποδοπατούν τις ψυχές μας…επίτηδες!



September 2010
M T W T F S S
« Jun    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  



This text will be replaced by the flash music player.
free hit counter account login
by web design company