Archive for August, 2007

Θα ‘μαι κοντά σου

Friday, August 31st, 2007

Ξύπνησα μες τον ύπνο μου
κι άκουσα δυο φωνές.
Η μια μου είπε ξέχνα την
κι πάψε πια να κλαις.
Μα η άλλη ήταν η δική σου
μες απ` του ύπνου του εφιάλτη τις γραμμές.
Μου λεγε αγάπη μου κοιμήσου
Θα μαι κοντά σου όταν με θες…

Τα χρόνια είναι αμέτρητα
μα είν` η ζωή μικρή.
Συνήθισα να σ` αγαπώ
συνήθισες κι εσύ.

Μα είναι τα χρόνια ένα δοχείο
ένα φθηνό ξενοδοχείο για δυο στιγμές.
Για να χωράει κάπου ο πόνος
τις νύχτες όταν μένω μόνος.
Τις σιωπές μου να μετράω
να σε θυμάμαι όταν πονάω να μου λες
Θα μαι κοντά σου όταν με θες…

Το παραμύθι τέλειωσε
κι αρχίζει η ζωή.
Αχ να ταν η αλήθεια σου
σαν ψέμα αληθινή.
Τι να την κάνω τη ζωή μου
στο παραμύθι θα τη ρίξω να πνιγεί.
Να παραμυθιαστεί η ψυχή μου,
να σε πιστέψει πάλι από την αρχή.
Να σε πιστεύει όταν μ` αγγίζεις,
τις νύχτες όταν ψιθυρίζεις όταν λες
Θα μαι κοντά σου όταν με θες…

Στίχοι: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Μουσική: Αλκίνοος Ιωαννίδης
Πρώτη εκτέλεση: Αλκίνοος Ιωαννίδης

Η μοναξιά είναι από χώμα (συνέχεια)

Friday, August 31st, 2007

Η αγάπη δεν είναι κατα περίσταση, η αγάπη είναι άνευ όρων, δεν παζαρεύει δούναι και λαβείν, η αγάπη είναι έξοδος γιατί το εγώ το κάνει εσύ και σε λυτρώνει.

Στην αναμέτρηση ανάμεσα σε σένα και μένα αναμετρήθηκε ο εγωϊσμός μου με το σύμπαν. Αρχίζω να το αναγνωρίζω ύστερα από τόσες μάχες και τόσους τραυματισμούς πως η δόξα του πολέμου είναι η συμφιλίωση κι η δόξα του νικητή η υποταγή. Η ευγενική υποταγή όπως του βράχου που από σθένους περίσσια σκύβει και πλένει με θάλασσα τα πόδια της στεριάς.

Όχι καλή μου αγάπη, εσύ δεν τελειώνεις, το τέλος σου δεν έχει τελειωμό. Τα πράγματα δεν τελειώνουν έτσι εύκολα όπως το λέμε, τα πράγματα μεταλλάσσονται κι εγώ τώρα μεταλλάσσω τον απάνθρωπο έρωτά μου, σε αγάπη φιλάνθρωπη.

Δεν θέλω να μιλώ άλλο για μένα. Οι λέξεις είναι φυλακή, κατακρατούν τα δεύτερα και τους ξεφεύγει το κύριο που πετά πέρα σαν ήχος καμπάνας που σε τίποτα δεν φυλακίζεται. Οι λέξεις ταριχεύουν το ζωντανό και δεν το αφήνουν να περπατήσει.

Σ’ αγαπώ πια τόσο που δεν σ’ εχω ανάγκη. Σ’ αγαπώ τόσο που σε απαλλάσσω από μένα. Σ΄αγαπώ αληθινά και δεν φοβάμαι. Κατόρθωσα πραγματικά να μη σε φοβάμαι!

Ο φόβος σου ήταν πανίσχυρος. Με φόβο γεννηθήκαμε, με φόβο ανατραφήκαμε, τίποτα σχεδόν δικό μας δεν είναι ελεύθερο κι είναι δύσκολο να ξαναγεννηθούμε. Λεγεώνες μέσα μας και λεγεώνες προγόνων πίσω μας φοβούνται. Ελευθερία είναι η νίκη του φόβου και τον φόβο η φιλαυτία μας τον σπέρνει. Από πάνω της περνά η πύλη που βγάζει στη ζωή την αληθινή κι άλλον τρόπο δεν έχουμε. Άλλο τρόπο δεν έχω για να ζήσω: να σ’αγαπώ άφοβα, ελεύθερα.

Αγαπώντας σε να υπάρχω, τι να τα κάνω τα ίχνη…

Να σε αγαπώ άφοβα, ελεύθερα! Αρχίζω να εμπιστεύομαι την ζωή και να μην έχω αγωνία. Ζωή δεν είπαμε πως είναι το άλλο όνομα της αλήθειας;

Οι λέξεις είναι ξένα σώματα. Μ’ ενοχλούν. Μπορώ πια να σωπάσω.

Μ. Βαμβουνάκη -Η μοναξιά είναι από χώμα

Η μοναξιά είναι από χώμα

Sunday, August 26th, 2007

Έρχεται η ώρα που θα λυτρωθώ από σένα!

Και θα λυτρωθώ από σένα αγαπώντας σε περισσότερο, με της αγάπης το άμετρο μέτρο που είναι η περισσία.

Έρχεται η ώρα που δεν θα σε παίρνω από πίσω σα σκύλος, που δεν θα σε κατασκοπεύω με τη σκέψη, που δε θα σε πολιορκώ με υποθέσεις, που δε θα στήνω αγανακτισμένους διαλόγους στο μυαλό μου μαζί σου τις νύχτες, που δεν θα αγωνιώ για την εντύπωση που σου δίνω.

Θα σ’ αγαπώ τόσο που δεν θα σε απαιτώ δικιά μου. Να είσαι μόνο καλά εσύ χωρίς να ψάχνομαι πόσο καλά είμαι εγώ από το καλά σου. Η καταπληγιασμένη μου φιλαυτία άρχισε να ζαρώνει και να σκύβει κι εγώ αρχίζω να βλέπω εσένα πίσω της και να μπορώ να σε αγαπήσω.

Ούτε και γράμματα έχω ανάγκη να σου γράφω πια. Υπάρχω μόνο και σ’ αγαπώ κι αυτό το “σ’ αγαπώ” που δεν έχει ανάγκη καμία, ούτε καν για ανταπόδωση, θα πλημμυρίσει, θα γεμίσει με τον κυματισμό του τον κόσμο όλο, θα έρχεται και σε σένα κι εσύ θα μπορείς, όποτε θες να τ’ ακούς. Φτάνει να το θές.

Τα γράμματα που σου γράφω τα κόβω εδώ. Με περιορίζουν, με μεθούν, γεμίζω παραισθήσεις κι απ’ την αυτοσυγκίνηση τραβάω λάθος δρόμους. Όλο για τον εαυτό μου καταλήγω να μιλώ και να χαϊδολογιέμαι.

Να υπάρχω μονάχα, να σ’ αγαπώ μονάχα και να μην έχω λόγο κανένα να το δηλώνω. Ούτε την παρουσία μου να μη χρειάζεται να δηλώνω πια.

Σ’ αγαπώ τόσο που το ξεχνώ, όπως ξεχνάμε τα αυτονόητα και τα φυσικά. Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε κρίνω και εντελλώς σε αποδέχομαι. Γλίτωσα από το μαρτύριο να προσπαθώ συνεχώς να σε διορθώνω.

Σ’ αγαπώ τόσο που δεν σε θέλω. Γιατί δεν θες παρά ότι σου λείπει κι εσύ πια δεν μου λείπεις αφού στης αγάπης τον τόπο δεν χωρά η απόσταση. Σ’ αγαπώ κι αγαπώντας σε, σε περιέχω, σε έχω αφού είμαι, είμαι από σένα και μαζί σου κι όπου κι αν είμαι έρχεσαι.

Είμαστε στο παντού και στο πάντα τώρα που σ’ αγάπησα κι η αγάπη μου μας κάνει αδιαίρετους.

Εσύ καλή μου, μου δίδαξες την καταστροφή του να σ’ αγαπώ λίγο. Το λίγο ανοίγει ρωγμές να γλιστρά μέσα ο ακόρεστος εγωϊσμός, να σε απαιτεί, να σε διεκδικεί. η παρενέργεια του εγωϊστικού έρωτα είναι μια: γενική δηλητηρίαση που την αγάπη την αλλοιώνει σε μίσος.

Συνεχίζεται…

Μ. Βαμβουνάκη -Η μοναξιά είναι από χώμα

Η παρουσία της απουσίας (συνέχεια)

Tuesday, August 21st, 2007

Αρχές φθινοπώρου, τελικά, ένα τηλεφώνημα ήταν δικό σου…

Εγώ που όλον αυτό τον καιρό με οδύνη χαρακτήριζα οποιοδήποτε κάλεσμα μονάχα σαν “Δεν είσαι εσύ ακόμα” με παρατηρούσα να σε υποδέχομαι ψυχρά, με απάθεια, σαν τίποτα να μην συμβαίνει.

Καμιά μα καμιά αυτογνωσία μας δεν είναι ικανή να προβλέψει την αντίδρασή μας κάποια δεδομένη ώρα, όταν πράγματι η ώρα αυτή φτάσει. Από τον τόνο της φωνής σου αισθάνθηκα πως ήσουν έτοιμη να γυρίσεις κοντά μου, έτοιμη να ζητήσεις συγνώμες και να δώσεις όρκους. Και τρόμαξα…

Παρέδιδες όλα σου τα όπλα κι έκανες όλη σου την λαμπρή εξουσία πάσα σε μένα. Μου μεταβίβαζες το ξίφος της απόφασης για τη ζωή μας.

Η απουσία σου τερμάτιζε εδώ και η μαγεία της και η αξία της μ’ εγκατέλειπαν απροετοίμαστο. Ότι ποθούσα κι ότι λαχταρούσα μου προσφερόταν στο πιάτο με άπρεπη, άσεμνη ευκολία.

Γυρνούσες πάλι σε μένα. Η τραγωδία μου τέλειωνε πιο κακόγουστα και κοινότυπα κι απ’ το αίσιο τέλος παλιάς ταινίας ελληνικής.

Κι εγώ που τώρα πια κάτι έχω μάθει περισσότερο για τις αλχημίες της παρανοϊκής μου ψυχής, αντέδρασα σαν κακομαθημένο κι εγωιστικό παιδί για να μην χάσω το πανάκριβο δώρο που αξιώθηκα. Για να μην μου λιώσει μέσα στην πλήξη της επιστροφής σου.

Μου είπες: Εντάξει, κέρδισες, θέλω ξανά να γυρίσω κοντά σου.

Τούτη η νίκη μου δεν μ’ ενδιαφέρει πια, τούτη η ήττα σου δεν είναι αυτό που γυρεύω.

Και τώρα, σου είπα όχι εγώ για να διαφυλάξω απ’ την παρουσία σου, το πολύτιμο απόσταγμα της απουσίας σου.

Μ. Βαμβουνάκη - Ιστορίες με καλό τέλος

Η παρουσία της απουσίας

Monday, August 20th, 2007

Μου είπες “όχι άλλο” κι έφυγες.

Ζούσα βαφτισμένος στην απουσία σου. Κι η απουσία σου ήταν η πιο αστραφτερή παρουσία της ζωής μου. Όλα τα κατέλυε κι όλα τα αναγεννούσε απ’ την αρχή, σε χρωματισμούς και φωτοσκιάσεις νέες. Φωτοσκιάσεις νοσταλγίας. Αν κάθε κόσμος χρειάζεται τον ήλιο του για να τριγυρίζει γύρω του και να ρουφά ζωή, αυτό το δικό σου “όχι” έγινε τώρα ο ήλιος του κόσμου μου και γύρω απ’ αυτό γύριζε η ύπαρξή μου συνεχώς.

Σε νοσταλγούσα.

Η νοσταλγία δίνει στην ζωή ουσία και ανάταση. Αθωώνει τις ψυχές κι ευαισθητοποιεί το δέρμα. Σε μαλακώνει, σε κάνει καλό κι ονειροπόλο. Τα πράγματα γύρω σου από απρόσωπα αντικείμενα μεταμορφώνονται σε σύμβολα, οιωνούς και υπαινιγμούς.

Κυκλοφορούσα ανάμεσα σε σύμβολα και υπαινιγμούς, όλα γύρω από σένα κι αυτό μετάγγιζε στη καθημερινότητά μου ποίηση και συγκίνηση. Το ανούσιο σκηνικό της καθημερινότητάς μου μεταποιήθηκε σε ένα μυστηριακό ιερογλυφικό που ξεκίνησα με ζήλο παθιασμένο να αποκρυπτογραφήσω.

Όλα του βίου μου πήραν μια θέση και συγκλείνανε στο μέγα ερωτηματικό της καρδιάς μου: Πότε θα ξανάρθεις;

Νοσταλγώντας σε, γινόμουν άμορφος κι αδικημένος. Η αίγλη του αδικημένου έριχνε στο πρόσωπό μου χλωμό φωτοστέφανο και με ξεχώριζε απ’ όλους τους άλλους γύρω μου που κανείς καημός δεν εξάγνιζε το δικό τους βλέμμα.

Βαφτισμένη στην απουσία σου, πήρε επιτέλους σκοπό η ζωή μου.

Αν είναι αλήθεια ότι αγαπάμε ότι μας λείπει, εγώ από την ώρα που έφυγες σε λάτρεψα. Κι αν οι άνθρωποι γνώριζαν την σημασία που μπορεί να έχει η απουσία τους θα τη χρησιμοποιούσαν καλύτερα στις μεταξύ τους σχέσεις. Αντίθετα, τρομάζουν μήπως απόντες περιπέσουν σε κενό ανυπαρξίας κι αυτό τους κάνει ενοχλητικά φασαριόζους και φλύαρους. Και το κενό της φλυαρίας είναι το χειρότερο.

Η απουσία σου μου γέμιζε την ζωή μου την άδεια. Δεν υπήρχε κενό μέσα μου ή έξω μου που να μην κύλησε η απουσία σου σαν πλημμύρα μπόρας και να το πλημμύρισε. Μήπως κι ο Θεός με την απουσία του δεν εμφανίζεται; Απών σε προκαλεί να τον αναζητάς, να τον οραματίζεσαι και την έκσταση η ερημιά στην φωτιάζει.

Πέρασα ένα ολόκληρο καλοκαίρι ζωντανός απ΄την απουσία σου, συνειδητοποιημένος απ’ την σιωπή σου. Ονειροπαρμένος, πληγωμένος, προσανατολισμένος στην αναμονή σου. Ήρωας τραγωδίας μικρής.

Για πρώτη φορά ήξερα με σιγουριά τι θέλω: Να επιστρέψεις!

Συνεχίζεται…

Μ. Βαμβουνάκη - Ιστορίες με καλό τέλος

The Lady of Shalott

Sunday, August 12th, 2007

On either side of the river lie
Long fields of barley and of rye,
That clothe the Wold and meet the sky;
And thro’ the field the road run by
To many-towered Camelot;
And up and down the people go,
Gazing where the lilies blow
Round an island there below,
The Island of Shalott.

Willows whiten, aspens quiver,
Little breezes dusk and shiver
Thro’ the wave that runs for ever
By the island in the river
Flowing down to Camelot.
Four grey walls, and four grey towers,
Overlook a space of flowers,
And the silent isle embowers
The Lady of Shalott.

Only reapers, reaping early,
In among the bearded barley
Hear a song that echoes cheerly
From the river winding clearly;

Down to Tower’d Camelot;
And by the moon the reaper weary,
Piling sheaves in uplands airy,
Listening, whispers “Tis the Fairy
The Lady of Shalott.”

There she weaves by night and day
A magic web with colours gay.
She has heard a whisper say,
A curse is on her if she stay
To look down to Camelot.

She knows not what the curse may be,
And so she weaveth steadily,
And little other care hath she,
The Lady of Shalott.

And moving through a mirror clear
That hangs before her all the year,
Shadows of the world appear.
There she sees the highway near
Winding down to Camelot;
And sometimes thro’ the mirror blue
The Knights come riding two and two.
She hath no loyal knight and true,
The Lady of Shalott.

But in her web she still delights
To weave the mirror’s magic sights,
For often thro’ the silent nights
A funeral, with plumes and lights
And music, went to Camelot;
Or when the moon was overhead,
Came two young lovers lately wed.
“I am half sick of shadows,” said
The Lady of Shalott.

A bow-shot from her bower-eaves,
He rode between the barley sheaves,
The sun came dazzling thro’ the leaves,
And flamed upon the brazen greaves
Of bold Sir Lancelot.
A red-cross knight for ever kneel’d
To a lady in his shield,
That sparkled on the yellow field,
Beside remote Shalott.

His broad clear brow in sunlight glow’d;
On burnish’d hooves his war-horse trode;
From underneath his helmet flow’d
His coal-black curls as on he rode,
As he rode down to Camelot.
From the bank and from the river
He flashed into the crystal mirror,
“Tirra lirra” by the river
Sang Sir Lancelot.

She left the web, she left the loom,
She made three paces thro’ the room,
She saw the water-lily bloom,
She saw the helmet and the plume,
She look’d down to Camelot.
Out flew the web and floated wide;
The mirror crack’d from side to side;
“The Curse is come upon me,” cried
The Lady of Shalott.

In the stormy east-wind straining,
The pale yellow woods were waning,
The broad stream in his banks complaining.
Heavily the low sky raining
Over tower’d Camelot;
Down she came and found a boat
Beneath a willow left afloat,
And around about the prow she wrote
The Lady of Shalott.

And down the river’s dim expanse
Like some bold seer in a trance,
Seeing all his own mischance–
With a glassy countenance
did she look to Camelot.
And at the closing of the day
She loosed the chain, and down she lay;
The broad stream bore her far away,
The Lady of Shalott.

Heard a carold, mournful, holy,
Chanted loudly, chanted lowly,
Till her blood was frozen slowly,
And her eyes were darkened wholly,
Turn’d to tower’d Camelot.
For ere she reach’d upon the tide
The first house by the water-side,
Singing in her song she died,
The Lady of Shalott.

Under tower and balcony,
By garden-wall and gallery,
A gleaming shape she floated by,
Dead-pale between the houses high,
Silent into Camelot.
Out upon the wharfs they came,
Knight and burger, lord and dame,
And round the prow they read her name,
The Lady of Shalott.

Who is this? And what is here?
And in the lighted palace near
Died the sound of royal cheer;
And they crossed themselves for fear,
All the knights at Camelot;
But Lancelot mused a little space
He said, “She has a lovely face;
God in his mercy lend her grace,
The Lady of Shalott.”

Artist: Loreena McKennit

Album: The Visit

Poem written by Alfred Tennyson - 1842

Elaine of Astolat is a figure in Arthurian legend who dies of her unrequited love for Lancelot. Also referred to as Elaine the White and Elaine the Fair, she is the daughter of Bernard of Astolat. Her story also formed the inspiration for Tennyson’s poem “The Lady of Shalott”.

Γράμμα κενό…

Sunday, August 12th, 2007

Από το συρτάρι της Just me

Σου γράφω ένα γράμμα κενό…
Ένα γράμμα που μέσα κλείνω όσα σκέφτηκα και δεν είπα…όλα εκείνα που έγραψα και δεν τα είδες…

Όσα ένοιωσα και δεν τα άφησα να φτάσουν κοντά σου…όλα όσα ποτέ δεν σκέφτηκα και δεν τα είπα…

Σου γράφω ένα γράμμα κενό και μέσα κλείνω όσα τριαντάφυλλα δεν έκλεψα και απέμειναν πάνω στις θαμπωμένες από τη θέα του Αιγαίου τριανταφυλλιές…Κλείνω όσα τραγούδια δεν συνέθεσα και απέμεινε μόνο η μελωδία της κιθάρας να ηχεί ,πένθιμη και μακρινή…

Σου γράφω ένα γράμμα κενό, ίσως γιατί μόνο εκεί θα μπορούσα να φυλάξω την πικρή της απώλειας αλήθεια και να την βγάλω από την ψυχή μου…ίσως μόνο εκεί να μπορεί να φανερωθεί…

Σου γράφω αυτό το γράμμα με την ελπίδα μα πάνω απ’ όλα τον φόβο να το διαβάσεις…κλείνω μέσα όλα εκείνα τα δάκρυά μου ,που ποτέ δεν έφτασαν στα στεγνά από την πίκρα χέρια σου…

Κλείνω σε αυτό το κενό γράμμα την αρχή ,το τέλος και τον χρόνο γιατί δεν μπορώ να προσανατολιστώ πάνω τους….
Κλείνω μέσα στο γράμμα και όλα εκείνα για τα οποία θα μετανιώσω…

Ήρθε η ώρα να σφραγίσω αυτό το κενό γράμμα γιατί έχω τόσα να κρύψω μέσα και φοβάμαι μην γεμίσει και τότε δεν μείνει κενό…

Το αφήνω κενό για να το συμπληρώσεις εσύ και να βάλεις το “τέλος”…

…εγώ απλά θα συμπληρώσω…

“Από μένα για σένα… στην απώλεια της ελπίδας”

Time after Time

Sunday, August 12th, 2007

Lying in my bed I hear the clock ticks and think of you
Caught up in circles, confusion is nothing new
Flash back warm night, almost left behind
Suitcase of memories

Time after sometime you pictured me
I’m walking too far ahead
You’re callin’ to me
I can’t hear what you’ve said

You said: “Go slow, I fall behind”
The second hand unwinds

If you’re lost you can look and you will find me
Time after time
If you fall I will catch you, i’ll be waiting
Time after time

After my picture fades
And darkness has turned to grey
Watching through windows
You’re wondering if I’m OK
Secrets stolen from deep inside
The drum beats out of time

If you’re lost you can look and you will find me
Time after time
If you fall I will catch you, i’ll be waiting
Time after time

Cyndi Lauper 1983
Song of the Year at the 1985 Grammy Awards

“Flash back warm night, almost left behind…Suitcase of memories…” και είναι κάτι αναμνήσεις που όσο και να θες δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω σε αυτές…

“Time after sometime…” και αυτό το sometime μοιάζει αιώνες πίσω…

Είναι κάποια τραγούδια σαν και αυτό που είναι γεμάτα εικόνες και αρώματα μιας πολύ συγκεκριμένης εποχής, μιας στιγμής που χάθηκε στο χρόνο…

 

Από το συρτάρι μιας σκιάς

Sunday, August 12th, 2007

Στον άγγελό μου


Είναι μερικές φορές που οι λέξεις χάνουν το νόημα τους. Γίνονται βαριές, δύσκολες. Οι μέρες, οι ώρες, τα λεπτά που μετρούσα, μέχρι να έρθει εκείνη η ευλογημένη ώρα να σε δω, γίνανε καρφιά, που τώρα τρυπάνε την καρδιά μου. Και η πιο όμορφη η πιο γλυκιά νύχτα της ζωής μου έγινε εφιάλτης. Δεν ξέρω πια κατάρα με-ή μας κυνηγάει, δεν ξέρω εάν είμαι εγώ ή εσύ που πληρώνουμε, το μόνο που ξέρω είναι ότι πονάω. Μου έγραψες ότι σε σκότωσα. Όχι καρδιά μου. Δεν σκότωσα μόνον εσένα. Και εμένα σκότωσα. Τίποτα όμως όπως σου είχα πει από την αρχή δεν είναι τυχαίο. Όλα έχουν κάποιο σχέδιο. Όλα γίνονται για κάποιο λόγο. Κάποιος πληρώνει κάτι, κάποιος πρέπει να χάσει κάτι, ή να κερδίσει. Δεν ξέρω. Αυτό που σίγουρα ξέρω, είναι ότι μέσα από όλα αυτά κάποιες λέξεις αποκτούν τελικά μεγαλύτερο νόημα.

Εχτές για μια βλακεία, για ένα αστείο, ένιωσα ότι σε χάνω. Εχτές για πρώτη φορά ένιωσα τι πραγματικά σημαίνεις για μένα. Μέχρι χτες όλα ήταν ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι σκιών. Ένα πανέμορφο παιχνίδι, που παιζόταν όμως στην σκιά. Ίσως να ήταν αλήθεια, ίσως να ήταν ψέματα. Ίσως τίποτα να μην υπήρχε πραγματικά. Μέχρι εχτές. Εχτές οι λέξεις βάρυναν, και το σ΄ αγαπώ απέκτησε για μένα άλλο νόημα. Ξεκίνησα μέσα στην νύχτα να έρθω να σε βρω. Ήρθα με όπλο μου μόνον την λαχτάρα μου να σε δω, και την ελπίδα να σε σφίξω στην αγκαλιά μου, και να σου πω, σσσσσς αγάπη μου, όλα πέρασαν. Τώρα είμαι εδώ. Είμαι επιτέλους μαζί σου. Και να σου δώσω επιτέλους με λαχτάρα αυτό το κόκκινο τριαντάφυλλο, που δεν μπόρεσα ούτε τότε στο αεροδρόμιο που σε περίμενα να σου δώσω. Και πίστεψε με, ποτέ δεν έχω κάνει κάτι τέτοιο ξανά στην ζωή μου. Όμως τίποτε από αυτά δεν έγινε. Δεν σε βρήκα. Μόνον κρύο βρήκα, απίστευτο κρύο, απώλεια, και μοναξιά.

ΕΝΑ ΑΠΕΡΑΝΤΟ ΚΕΝΟ.

Δεν θα γύριζα πίσω αυτό το βράδυ. Μόνον η φωνή σου με κράτησε. Μόνον για αυτή γύρισα πίσω. Δεν ξέρω τι θα μπορούσα να είχα κάνει. Ήμουνα σπασμένος. Τσακισμένος. Και έτσι είμαι ακόμα. Δεν μπορώ άλλη απώλεια στην ζωή μου. Δεν μπορώ δεν αντέχω να χάσω άλλον άνθρωπο που αγαπώ. Δεν θέλω να σε χάσω. Δεν θα μπορέσω να το αντέξω αυτό. Δεν είναι μόνον ο θάνατος που χωρίζει τους ανθρώπους. Είναι η έλλειψη, η απώλεια, και αυτή είναι μια αίσθηση βαθιά, που πονάει πάντα το ίδιο.

Χτες έχασα τα φτερά μου. Έχασα το φως μου. Έχασα εσένα. Δεν σε βρήκα πουθενά. Όλα όσα σου είπα ήταν και είναι αλήθεια. Ήρθες στην ζωή μου σαν κεραυνός. Και τα σάρωσες όλα σαν θύελλα. Μέσα σε λίγες μέρες. Μέσα σε λίγες μέρες έπρεπε να σβήσω τα πάντα. Θα το έκανα. Σου το είπα. Να βρεθούμε. Μόνον αυτό ήθελα. Να δεις και να δω ότι υπάρχεις. Να σε αγκαλιάσω, να σε φιλήσω, να νιώσω την ζέστη του κορμιού σου, την ανάσα σου. Να δω και να δεις ότι είσαι και είμαστε αληθινοί, και όχι δύο σκιές σε μια οθόνη και ένα τηλέφωνο. Μετά όλα θα τελειώνανε. Όλη η προηγούμενη ζωή μου θα διαγραφόταν και θα άρχιζε μαζί σου μια καινούργια. Μόνον αυτό ήλπιζα. Μόνον αυτό ήθελα. Όταν σε πρωτοσυνάντησα, ξέρεις τι είδα με τα μάτια της ψυχής μου, γιατί μόνον με αυτά τα μάτια μπορούσα να σε δω. Είδα ένα πλασματάκι που έλαμπε περικυκλωμένο από σκιές, μόνο του μέσα στο σκοτάδι.

Σου άπλωσα το χέρι μου, και εσύ το έπιασες. Προσπάθησα με όλες μου τις δυνάμεις να σε τραβήξω από εκεί μέσα. Και ένιωσα ότι μπορούσα να τα καταφέρω. Μέχρι που χτες ένιωσα ότι άφησες το χέρι μου. Αυτό ένιωσα εκεί, στην Χαλκίδα. Ένιωσα ότι δεν ήσουν ακόμη στην Αθήνα άγγελε μου, ένιωσα ότι ήσουν εκεί, απλώς δεν ήθελες να με δεις. Και αυτό ένιωθα και όταν επέστρεφα. Ένιωθα ότι απομακρύνομαι, ότι φεύγω και σε αφήνω πίσω. Δεν μπορεί να είναι μόνον η ιδέα μου. Δεν μπορεί να με γελούσε τόσο η καρδιά μου, το κενό που μεγάλωνε μέσα μου. Σου είπα ότι θέλω να σε δω. Μου είπες ότι θέλεις να μιλήσουμε. Ούτε αυτό δεν έγινε.

Μόνος. Ποτέ δεν έχω αισθανθεί τόσο μόνος. Και όμως σήμερα το μόνο που ήθελα ήταν να αλλάξει η ζωή μου. Η ζωή μας. Σε απογοήτευσα. Δεν πρόκειται ποτέ να το συγχωρήσω στον εαυτό μου. Δεν θα μπορέσω να το ξεπλύνω ποτέ αυτό από την ψυχή μου. Η καρδιά μου πονάει. Η ψυχή μου ματώνει. Και πίστεψε με άγγελε μου, δεν φτάνουν όλοι οι ποταμοί αυτής της γης για να ξεπλύνουν μια σταγόνα αίμα της ψυχής. Δεν είχα σκοπό να σου στείλω αυτό το γράμμα μετά από όσα γίνανε, όμως δικαιωματικά σου ανήκει.

Είναι το μόνο πράγμα που μπορώ να σου χαρίσω τόσο βαθιά μέσα από την ψυχή μου.

Αυτό το γράμμα είναι όλα αυτά που ήθελα αλλά δεν μπόρεσα εχτές με λόγια να σου πω. Είναι ίσως κάτι που θα μείνει όταν τα λόγια μου θα έχουν χαθεί, θα έχουν ξεχαστεί σαν μην λεχτήκανε ποτέ.

Δεν μπόρεσα εχτές να πιάσω το χέρι σου, και να σου ψιθυρίσω -μη φοβάσαι άγγελε μου, όλα θα πάνε καλά. Δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο πια.

Το μόνο που μπορώ ίσως να κάνω είναι να αρχίσω να ξεριζώνω τα «κομμάτια» σου από μέσα μου. Και πίστεψε με αυτό είναι πολύ δύσκολο άγγελε μου. Είναι το μόνο που δεν θέλω να κάνω. Γιατί μαζί με τα δικά σου κομμάτια θα ξεριζώνω και δικά μου. Μέχρι που στο τέλος δεν θα μείνει ίσως τίποτα.

Δεν θα τα πετάξω όμως. Δεν μπορώ, δεν αντέχω να το κάνω. Θα τα κλείσω σε ένα κουτάκι και θα τα φυλάξω στο πιο βαθύ μέρος της καρδιάς μου.

Εκεί θα σε έχω βασίλισσα μου. Εκεί θα σε περιμένω πάντα. Νέα και όμορφη όπως σε φαντάζομαι.

Εκεί θα σε ψάξω όταν μετά από χρόνια θα έρθει η ώρα του απολογισμού. Τότε θα έχουμε ξεχάσει όλα όσα μας πλήγωσαν.

Όλα όσα μας πόνεσαν. Για μένα θα είμαστε πάντα εκεί μόνον εγώ και εσύ.

Τότε θα μπορέσω να σε πάρω από το χέρι και να σου πω. Βλέπεις βασίλισσά μου. Ήρθε η άνοιξη.

Θα σου πω αυτό που δεν μπόρεσα από κοντά να σου το πω, γιατί μαζί ζήσαμε τελικά μόνον τον χειμώνα.

Ξέρω ότι όσο ο χρόνος περνάει, όσο οι ώρες και οι μέρες θα περνάνε, όλα αυτά θα ξεθωριάζουν.

Θα γίνουν μια μικρή κουκίδα στο βάθος του χρόνου, και μετά θα σβήσουν.

Έτσι γίνεται πάντα. Έτσι θα γίνεται πάντα.

Ίσως κάποια στιγμή καταλάβεις όταν πια δεν θα είμαι εδώ, ποιος πραγματικά ήμουνα. Για ποιο λόγο ήρθα στην ζωή σου, και τι ήθελα να κάνω. Δεν πρόλαβα όμως. Δεν ήθελα να γίνουν έτσι τα πράγματα. Δυστυχώς όμως δεν εξαρτώνται όλα από εμάς.

Εάν τελικά εμείς χαθούμε το μόνο που εύχομαι είναι κάποια στιγμή να βρεις το καλοκαίρι που θα ζεστάνει την καρδιά σου. Το καλοκαίρι εκείνο που δεν πρόλαβα ή δεν μπόρεσα εγώ να σου χαρίσω όσο και εάν το ήθελα.

Αλλά έτσι είναι η ζωή. Σε αφήνω τώρα.

Η ώρα είναι περασμένη, η κούραση μου είναι μεγάλη, και η ψυχή μου βαριά.

Συγνώμη εάν σε πλήγωσα. Δεν το έκανα επίτηδες. Πίστεψε με δεν το ήθελα να γίνει αυτό.

Σε ΑΓΑΠΩ άγγελέ μου

Σε αγαπώ όσο τίποτα στον κόσμο

Καληνύχτα Βασίλισσά μου

Να προσέχεις.

Στιγμιότυπα συναισθημάτων…

Sunday, August 12th, 2007

“Υπάρχουν κάτι γράμματα
Κιτρινισμένα γράμματα
Εφιάλτες
που δεν μ΄αφήνουν να φύγω απ τα παλιά

Υπάρχουν κάτι γράμματα
που μέχρι τα χαράματα
τα διαβάζω
και το μαχαίρι γυρνάει στην καρδιά”

Στίχοι: Ρόνη Σοφού
Μουσική: De la Calva & R. Arcusa
Πρώτη εκτέλεση: Γιάννης Πουλόπουλος

Γράμματα, στγμιότυπα συναισθημάτων, στιγμιότυπα ζωής, μιας συγκεκριμένης εποχής, μιας στιγμής, που αποτυπώθηκαν στο χαρτί. Γράμματα που βρήκαν τον παραλήπτη τους, γράμματα ανεπίδοτα, γράμματα κατάθεση ψυχής.

Είναι αλήθεια βάλσαμο να γράφεις σε στιγμές συναισθηματικής φόρτισης. Και η χαρά ή η λύπη, βαλσαμώνεται και από αΰλη μετατρέπεται σε χάρτινη.

Λατρεύω τα γράμματα, μου αρέσει να γράφω όσο και να διαβάζω. Πρίν μερικά χρόνια ανακάλυψα στο πατρικό μου σπίτι ένα κουτί με γράμματα, κιτρινισμένα γράμματα από ένα παρελθόν που δεν θα μάθαινα ποτέ. Τα διάβασα ευλαβικά, τα έβαλα σε χρονολογική σειρά και τα φύλαξα σαν θησαυρό και με ιδιαίτερο σεβασμό στις γυναίκες που τα έγραψαν. Με τον ίδιο σεβασμό τα είχε φυλάξει όλα αυτά τα χρόνια και η μητέρα μου.

Η πιο μεγάλη έκπληξη βέβαια ήτανε ότι μέσα από τα γράμματα αυτά είδα πτυχές του πατέρα μου που δεν πίστευα ότι υπάρχουν. Και ούτε πρόκειται να τις δω ποτέ, γιατί αυτές οι πτυχές δεν υπάρχουν πια. Η ζωή λειαίνει τον ενθουσιασμό και τα έντονα συναισθήματά μας όπως το κύμα λειαίνει το βράχο.

Πόσο δραματικά δεν βρίσκουμε, μετά από χρόνια, τα γράμματα που γράψαμε μια συγκεκριμένη στιγμή στο παρελθόν; Όχι μόνο αδυνατούμε να έρθουμε συναισθηματικά στην θέση κάποιου άλλου, αλλά και στη θέση του ίδιου μας του εαυτού αδυνατούμε εκ των υστέρων να μπούμε. Πόσο μάλλον ύστερα από 40 χρόνια!

“Τα γαλάζια σου γράμματα
κάθομαι και διαβάζω
και με παίρνουν χαράματα
καθώς πίσω κοιτάζω

Τα γαλάζια σου γράμματα
τρυφερές αναμνήσεις
να μου λες χίλια πράματα
μα δε λες αν γυρίσεις

Μια ζωή περιμένω
μα δε γίνονται θάματα
μια ζωή σ’ ανασταίνω
στα γαλάζια σου γράμματα

Τα γαλάζια σου γράμματα
μαχαιριά κάθε λέξη
και με πιάνουν τα κλάματα
σε ρωτώ τι έχω φταίξει

Τα γαλάζια σου γράμματα
τρυφερές αναμνήσεις
να μου λες χίλια πράματα
μα δε λες αν γυρίσεις

Μια ζωή περιμένω
μα δε γίνονται θάματα
μια ζωή σ’ ανασταίνω
στα γαλάζια σου γράμματα”

Στίχοι: Γιώργος Κανελλόπουλος
Μουσική: Γιώργος Χατζηνάσιος
Πρώτη εκτέλεση: Δήμητρα Γαλάνη

Η μαγεία της ζωής…

Sunday, August 12th, 2007

Σε τι συρτάρι να κλείσεις τον άνεμο που να ακούγεται και το βουητό του; Το τιτίβισμα του πουλιού πως ζωγραφίζεται;

Και το βότσαλο που βγάζω από το γυαλό, πόσο είναι το ίδιο βότσαλο που κοίταζα στον βυθό να λαμπυρίζει;

Κακέκτυπα της ζωής είναι τα έργα μας, και τα πιο επιτυχημένα. Και η χειρότερη στιγμή που ζούμε είναι αξιότερη απ’ την καλύτερη στιγμή που περιγράφουμε.

Μ. Βαμβουνάκη - Η μοναξιά είναι από χώμα

Είμαστε χρόνος

Sunday, August 12th, 2007

Ο χρόνος δεν είναι χώρος αόριστος που τυχαία μπαινοβγαίνουμε, σκαρφαλώνοντας ερειπωμένους τοίχους.

Δεν είναι εμπόδιο που σπρώχνει και το σπρώχνουμε για να κάνει πιο πέρα.

Ο χρόνος δεν σκοτώνεται, σκοτώνει.

Ο χρόνος είναι σώμα που μας δόθηκε για να το δουλέψουμε να το επεξεργαστούμε, να του δώσουμε την μορφή μας.

Το πιο ακριβό υλικό της μορφής μας είναι ο χρόνος.

Σε αυτό και από αυτό γινόμαστε.

Μέσα από αυτό εμφανιζόμαστε κι εξαφανιζόμαστε.

Είμαστε χρόνος.

Υπάρχει μοίρα;

Sunday, August 12th, 2007

Υπάρχει μοίρα ή όλα όσα μας συμβαίνουν είναι στην τύχη σκορπισμένα;

Υπάρχει μόνο σύμπτωση ή κάτω από τα φαινόμενα που λέμε σύμπτωση δουλεύουν μυστικές ρίζες που πλέκονται με προσχεδιασμένο ειρμό;

Τι να πιστέψει κανείς…

Το βέβαιο είναι ότι τίποτα δεν συμβαίνει δίχως λόγο.

Κάποιος πρέπει να μάθει κάτι, κάποιος πρέπει να χάσει κάτι ή να κερδίσει…

Αν δε σε ξαναδώ

Saturday, August 11th, 2007

Είναι κάτι φορές που θυμώνω
κι είναι κάτι στιγμές που αδιαφορώ
μα όλα γύρω μιλούν για σένα μόνο
πόσο θέλω ξανά να σε δω

Κι αν δε σε ξαναδώ
δε σε ξαναδώ
τα μάτια μου θα κλείσω
μια ζωγραφιά θα γίνεις στο μυαλό

Κι αν δε σε ξαναδώ
δε σε ξαναδώ
δε θα ξαναδακρύσω
μι’ ανάμνηση θα γίνεις ν’ αγαπώ

Είναι κάτι φορές που σ’ αγαπάω
κι έιναι κάποιες στιγμές που σε μισώ
πόσο ακόμα θα ζω για να πληρώνω
λάθη που ξέρεις καλά φταίμε κι οι δυο

Κι αν δε σε ξαναδώ
δε σε ξαναδώ
τα μάτια μου θα κλείσω
μια ζωγραφιά θα γίνεις στο μυαλό

Κι αν δε σε ξαναδώ
δε σε ξαναδώ
δε θα ξαναδακρύσω
μι’ ανάμνηση θα γίνεις ν’ αγαπώ

Στίχοι/Μουσική: Τάκης Δαμάσχης
Πρώτη εκτέλεση: C:Real

Τι να πω

Saturday, August 11th, 2007

Σε θυμάμαι, τι να πω
τόσες νύχτες, τι να πω
η ζωή μου στο δικό σου το σκοπό
αν μπορούσες, τι να πω
αν μπορούσα, τι να πω
με το χρώμα των ματιών σου να κοπώ

Κάθε λέξη, τι να πω
με πονάει, τι να πω
στο σκοινί της μοναξιάς μου ισορροπώ

Σ΄αγαπούσα, τι να πω
σε θυμάμαι , τι να πω
σε θυμάμαι ακόμα, σ΄αγαπώ

Κλείνω τα μάτια, να σε δω
μα φεύγεις σα σκιά
στου χρόνου την απέραντη οθόνη
το πρόσωπό σου τα μαλλιά
το στόμα, το φιλί
σα θάνατος ο χωρισμός
σκοτώνει, σκοτώνει

Ξεγραμμένος, τι να πω
σα δραπέτης, τι να πω
στο μαχαίρι τη γροθιά μου να χτυπώ
λίγο ακόμα, τι να πω
τ΄άρωμά σου ,τι να πω
τ΄όνομά σου μια φορά να ξαναπώ

Σε θυμάμαι, τι να πω
τόσες νύχτες, τι να πω
η ζωη μου στο δικό σου το σκοπό
αν μπορούσες, τι να πω
αν μπορούσα, τι να πω
με το χρώμα των ματιών σου να κοπώ

Να να να να να να να
να να να να να να να
να να να να να να να
να να να να να να να

Κάθε λέξη, τι να πω
με πονάει , τι να πω
στο σκοινί της μοναξιάς μου ισορροπώ
σ΄αγαπούσα, τι να πω
σε θυμάμαι, τι να πω
σε θυμάμαι ακόμα
σε θυμάμαι ακόμα
σ΄αγαπώ, τι να πω
τι να πω, τι να πω


Στίχοι: Αφροδίτη Μάνου
Μουσική: Lucio Battisti
Πρώτη εκτέλεση: Λαυρέντης Μαχαιρίτσας



August 2007
M T W T F S S
    Sep »
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031  



This text will be replaced by the flash music player.
free hit counter account login
by web design company